Το πρόταγμα του Διαφωτισμού που κυριάρχησε κατά τον 18ο αιώνα και το πρώτο ήμισυ του 19ου αιώνα εδραζόταν, σύμφωνα με τον Isaiah Berlin (Οι ρίζες του Ρομαντισμού, Scripta, 2000), σε τρεις βασικές αποδοχές:
α) ότι όλα τα ερωτήματα έχουν μία λογική απάντηση,
β) ότι μπορεί να εξευρεθεί μία μέθοδος η οποία να δίνει απαντήσεις στα ερωτήματα αυτά και
γ) ότι όλες αυτές οι απαντήσεις βρίσκονται εν αρμονία, πράγμα που σημαίνει οι απαντήσεις που θα πάρουμε εάν εφαρμόσουμε τη σωστή μέθοδο όχι μόνο δεν μπορούν να αλληλοαναιρούνται, αλλά θα μας οδηγήσουν στην πληρέστερη κατανόηση του κόσμου που μας περιβάλλει.
Η ιδέα της αέναης προόδου, η οποία μπορεί να επιτευχθεί θέτοντας τα κατάλληλα ερωτήματα και παίρνοντας απαντήσεις οι οποίες σταδιακά αλλά νομοτελειακά θα συμπληρώσουν το παζλ του κόσμου, καθώς και η συνακόλουθη ανάδυση της ιδέας του ατόμου οδήγησαν στη ριζική αλλαγή του αξιακού συστήματος της κεντρικής Ευρώπης κατά το δεύτερο ήμισυ του 19ου αιώνα. Ακριβώς αυτήν τη διαδικασία υποβάθμισης των κληρονομημένων αξιών και την ανάδυση ενός νέου αξιακού συστήματος εξετάζει στην τριλογία «Οι Υπνοβάτες» ο Χέρμαν Μπροχ.
Ο ήρωας του πρώτου τόμου Γιοακίμ Πάσενοβ ζει σε έναν κόσμο που δεν καταλαβαίνει γι’ αυτό και είναι βαθιά ανασφαλής. Συναισθηματικά προσηλωμένος ό ίδιος σε κληρονομημένες αξίες οι οποίες σταδιακά στερούνται περιεχομένου, καταφεύγει στην ασφάλεια που του παρέχει η στρατιωτική στολή «αφού ο άνθρωπος που φοράει στολή είναι διαποτισμένος από τη συνείδηση ότι έτσι εκπληρώνει το χαρακτηριστικό τρόπο ζωής της εποχής του, εξασφαλίζοντας ταυτοχρόνως και τη σιγουριά της ίδιάς του της ζωής» (σ. 39). Άλλωστε όπως αναφέρει ο Κούντερα (Η τέχνη του μυθιστορήματος, Εστία, 2005) «η στολή είναι η βεβαιότητα του καθολικού μπροστά στην αβεβαιότητα του ατομικού. Όταν οι αξίες, άλλοτε τόσο σίγουρες, έχουν τεθεί υπό αμφισβήτηση, εκείνος που δεν ξέρει να ζήσει χωρίς αυτές οχυρώνεται μέσα στην καθολικότητα της στολής του, λες κι είναι η στολή αυτή το τελευταίο κατάλοιπο της υπερβατικότητας, ικανό να τον προστατέψει από την παγωνιά του μέλλοντος, όπου δεν θα υπάρχει τίποτε άξιο σεβασμού» (σ. 62-63).
Ο Πάσενοβ δεν έχει επαφή με τον πραγματικό κόσμο που τον περιβάλλει. Ο κόσμος αυτός δεν είναι πλέον σύμφωνος με τις αξίες που ο ίδιος ασπάζεται. Ωστόσο, ο αναίτιος αυτός κόσμος τού μιλάει. Είναι χαρακτηριστική η σκηνή όπου ο Γιοακίμ καθισμένος στην εκκλησία του χωριού που γεννήθηκε φαντάζεται την Αγία Οικογένεια και στη θέση της Παρθένου «βλέπει» την Ελίζαμπετ, σύμβολο οικογενειακής γαλήνης, έτοιμης να του παρέχει την ασφάλεια που τόσο απελπισμένα αναζητά.
Τα πρόσωπα του Μπροχ δεν μπορούν να αντιμετωπίσουν έναν κόσμο όπου ο Θεός έχει εγκαταλείψει τη θέση του και στο καινούριο αξιακό σύστημα που αναδύεται το καλό και το κακό δεν είναι σαφώς διαχωρισμένα. Βρίσκονται σε σύγχυση και έτσι τα πάντα μεταμορφώνονται μπροστά στα μάτια τους σε σύμβολα. (η Ελίζαμπετ σε σύμβολο οικογενειακής γαλήνης, ο Μπέρτραντ σε σύμβολο του κακού).
Το μυθιστόρημα του Μπροχ είναι ένα δάσος από σύμβολα, με ήρωες φορείς διαφοροποιημένων αξιακών συστημάτων που κινούνται υπνοβατώντας σ’ έναν κόσμο που δεν αναγνωρίζουν. Ο Μπροχ με ύφος πλήρως αποστασιοποιημένο από τα τεκταινόμενα, εναλλάσσοντας δοκιμιακό και μυθιστορηματικό λόγο, καταφέρνει να αποτυπώσει την αγωνία του ανθρώπου που την ίδια στιγμή που αρχίζει να έχει συνείδηση του εαυτού του δεν μπορεί να αναγνωρίσει τον κόσμο που τον περιβάλλει.






